lookout
look
ˈlʊk
look
out
aʊt
awt
lockout

Ορισμός και σημασία του "lookout"στα αγγλικά

01

παρατηρητής, φρουρός

the act of observing one's surroundings to detect potential danger, threats, or opportunities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lookouts
Παραδείγματα
The ship had a lookout posted to spot any incoming vessels. 

Το πλοίο είχε έναν παρατηρητή για να εντοπίζει οποιοδήποτε πλοίο που πλησιάζει.

02

παρατηρητήριο, πύργος παρατήρησης

a structure commanding a wide view of its surroundings 
03

παρατηρητήριο, πύργος παρατήρησης

an elevated post affording a wide view 
04

φρουρός, παρατηρητής

a person employed to keep watch for some anticipated event 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store