Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forthcoming
01
προσεχής, forthcoming
referring to an event or occurrence that is about to happen very soon
Παραδείγματα
The company's CEO promised that forthcoming changes would lead to improved efficiency.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας υποσχέθηκε ότι οι επερχόμενες αλλαγές θα οδηγούσαν σε βελτιωμένη αποτελεσματικότητα.
02
επικοινωνιακός, ανοιχτός
(of a person) willing to share information or open up when asked or expected
Παραδείγματα
The witness was not very forthcoming when questioned by the police about the incident.
Ο μάρτυρας δεν ήταν πολύ επικοινωνιακός όταν ανακρίθηκε από την αστυνομία για το περιστατικό.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forthcoming
συγκριτικός βαθμός
more forthcoming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite repeated requests, the necessary documents were not forthcoming from the administration.
Παρά τις επαναλαμβανόμενες αιτήσεις, τα απαραίτητα έγγραφα δεν παρέχονταν από τη διοίκηση.
Λεξικό Δέντρο
forthcomingness
unforthcoming
forthcoming



























