bountiful
bount
ˈbaʊn
μπαουν
i
ɪ
ι
ful
fəl
φαλ
British pronunciation
/bˈa‍ʊntɪfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "bountiful"στα αγγλικά

01

άφθονος, γενναιόδωρος

existing in large amounts
example
Παραδείγματα
The buffet offered a bountiful array of delicacies, ensuring that every guest had plenty to enjoy.
Το μπουφέ προσέφερε μια πλούσια ποικιλία λιχουδιών, διασφαλίζοντας ότι κάθε επισκέπτης είχε πολλά να απολαύσει.
02

γενναιόδωρος, άφθονος

generous and providing abundantly
example
Παραδείγματα
His bountiful heart led him to share his wealth with those less fortunate, never expecting anything in return.
Η γενναιόδωρη καρδιά του τον οδήγησε να μοιράζεται τον πλούτο του με τους λιγότερο τυχερούς, χωρίς να περιμένει τίποτα σε αντάλλαγμα.

Λεξικό Δέντρο

bountifully
bountifulness
bountiful
bounty
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store