actual
ac
ˈæk
āk
tual
ʧuəl
chooēl

Ορισμός και σημασία του "actual"στα αγγλικά

01

πραγματικός, πραγματοποιημένος

existing in reality rather than being theoretical or imaginary 

real

actual definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most actual
συγκριτικός βαθμός
more actual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the rumors, the actual cost of the project was within the budget. 

Παρά τις φήμες, το πραγματικό κόστος του έργου ήταν εντός του προϋπολογισμού.

02

πραγματικός, αυθεντικός

having a genuine nature 
Παραδείγματα
The actual fabric used in the garment is silk. 

Το πραγματικό ύφασμα που χρησιμοποιείται στο ένδυμα είναι μετάξι.

03

πραγματικός, τρέχων

existing or relevant at the present time 
Παραδείγματα
We should use actual sales figures from this quarter to update the forecast. 

Θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τους πραγματικούς αριθμούς πωλήσεων αυτού του τριμήνου για να ενημερώσουμε την πρόβλεψη.

Λεξικό Δέντρο

actuality
actualize
actually
actual
actu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store