actor
ac
ˈæk
āk
tor
attractersubtracterabstracternitrobacter

Ορισμός και σημασία του "actor"στα αγγλικά

01

ηθοποιός, καλλιτέχνης

someone whose job involves performing in movies, plays, or series 
actor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
actors
Παραδείγματα
Acting classes help aspiring actors develop their skills and techniques. 

Τα μαθήματα υποκριτικής βοηθούν τους φιλόδοξους ηθοποιούς να αναπτύξουν τις δεξιότητες και τις τεχνικές τους.

02

ηθοποιός, άνθρωπος δράσης

a person who acts and gets things done 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store