well-equipped
Pronunciation
/wˈɛlɪkwˈɪpt/

Ορισμός και σημασία του "well-equipped"στα αγγλικά

well-equipped
01

καλά εξοπλισμένο, πλήρως εξοπλισμένο

having all the necessary tools, supplies, or features for a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-equipped
συγκριτικός βαθμός
better-equipped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A well-equipped workspace makes tasks easier and more efficient.
Ένας καλά εξοπλισμένος χώρος εργασίας κάνει τις εργασίες πιο εύκολες και αποδοτικότερες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store