well-equipped
well
wɛl
vel
eq
ɪk
ik
uipped
wɪpt
vipt

Ορισμός και σημασία του "well-equipped"στα αγγλικά

well-equipped
01

καλά εξοπλισμένο, πλήρως εξοπλισμένο

having all the necessary tools, supplies, or features for a specific purpose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-equipped
συγκριτικός βαθμός
better-equipped
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
facilities, preparedness, resources
Παραδείγματα
The kitchen was well-equipped with modern appliances. 

Η κουζίνα ήταν καλά εξοπλισμένη με μοντέρνες συσκευές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store