Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-equipped
01
καλά εξοπλισμένο, πλήρως εξοπλισμένο
having all the necessary tools, supplies, or features for a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-equipped
συγκριτικός βαθμός
better-equipped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A well-equipped workspace makes tasks easier and more efficient.
Ένας καλά εξοπλισμένος χώρος εργασίας κάνει τις εργασίες πιο εύκολες και αποδοτικότερες.



























