petrified
Pronunciation
/ˈpetrɪfaɪd/

Ορισμός και σημασία του "petrified"στα αγγλικά

01

πετρωμένος, παγωμένος

frozen in place, often due to shock or fear
petrified definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most petrified
συγκριτικός βαθμός
more petrified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In the presence of the giant waves, the beachgoers were left petrified and speechless.
Μπροστά στα γιγάντια κύματα, οι θαμώνες της παραλίας έμειναν ακίνητοι και άφωνοι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store