petrified
pet
ˈpɛt
pet
ri
ri
fied
faɪd
faid

Ορισμός και σημασία του "petrified"στα αγγλικά

01

πετρωμένος, παγωμένος

frozen in place, often due to shock or fear 
petrified definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most petrified
συγκριτικός βαθμός
more petrified
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, state, behavior
Παραδείγματα
The petrified deer remained still, sensing danger nearby. 

Το απολιθωμένο ελάφι παρέμεινε ακίνητο, αισθανόμενο κίνδυνο κοντά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

petrified
petrify
petr
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store