Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Petrol
01
βενζίνη, καύσιμο
a liquid fuel that is used in internal combustion engines such as car engines, etc.
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The engine requires unleaded petrol for better performance.
Ο κινητήρας απαιτεί αμόλυβδη βενζίνη για καλύτερη απόδοση.



























