to play on
play
pleɪ
plei
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "play on"στα αγγλικά

to play on
01

παίζω με, εκμεταλλεύομαι

to take advantage of someone's feelings or weaknesses 
Transitive: to play on someone's feelings or weaknesses
to play on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
play
ενεστώτας
play on
γ΄ ενικό πρόσωπο
plays on
ενεστώτα μετοχή
playing on
απλός αόριστος
played on
παθητική μετοχή
played on
Παραδείγματα
The politician played on the fears of the public to garner support for his policies. 

Ο πολιτικός έπαιξε με τους φόβους του κοινού για να κερδίσει υποστήριξη για τις πολιτικές του.

02

συνεχίζω να παίζω, παίζω παρά τα όλα

to continue playing, especially in sports, games, or performances 
Intransitive
Παραδείγματα
Even after the power outage in the stadium, the players decided to play on. 

Ακόμα και μετά την πτώση ρεύματος στο γήπεδο, οι παίκτες αποφάσισαν να συνεχίσουν να παίζουν.

03

συνεχίζω, διαρκώ

to continue over time 
Intransitive
Παραδείγματα
Even though he tried to distract himself, the guilt of what he had done played on. 

Παρόλο που προσπάθησε να αποσπάσει την προσοχή του, η ενοχή για ό,τι είχε κάνει συνέχιζε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store