Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pick up on
01
αντιλαμβάνομαι, παρατηρώ
to notice something that is not immediately obvious
Transitive: to pick up on a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
pick up
ενεστώτας
pick up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
picks up on
ενεστώτα μετοχή
picking up on
απλός αόριστος
picked up on
παθητική μετοχή
picked up on
Παραδείγματα
As a skilled detective, he could pick up on subtle behavioral cues that indicated when someone was lying.
Ως επιδέξιος ντετέκτιβ, μπορούσε να ανιχνεύσει λεπτές συμπεριφορικές ενδείξεις που υποδείκνυαν πότε κάποιος έλεγε ψέματα.
02
επισημαίνω, διορθώνω
to express disapproval or correct someone's statement
Transitive: to pick up on an error or remark
Παραδείγματα
In the debate, he misquoted a statistic, but his opponent immediately picked up on it and corrected him.
Στη συζήτηση, παρέθεσε λανθασμένα μια στατιστική, αλλά ο αντίπαλός του αμέσως την πρόσεξε και τον διόρθωσε.
03
επανέρχομαι σε, αναφέρομαι σε
to refer to or comment on a topic or point that was mentioned earlier in a conversation
Transitive: to pick up on a topic or point
Παραδείγματα
Earlier in our chat, you brought up a new book you were reading. I wanted to pick up on that and ask for the title.
Νωρίτερα στη συζήτησή μας, αναφέρατε ένα νέο βιβλίο που διαβάζατε. Ήθελα να επιστρέψω σε αυτό και να ρωτήσω τον τίτλο.



























