to fold in
fold
fəʊld
fewld
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "fold in"στα αγγλικά

to fold in
01

ανακατεύω απαλά, αναμειγνύω σηκώνοντας

to gently mix one ingredient into another by lifting and turning the mixture with a spatula or spoon 
to fold in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
fold
ενεστώτας
fold in
γ΄ ενικό πρόσωπο
folds in
ενεστώτα μετοχή
folding in
απλός αόριστος
folded in
παθητική μετοχή
folded in
Παραδείγματα
The chef instructed the apprentices to fold in the whipped cream into the chocolate mousse. 

Ο σεφ διέταξε τους μαθητευόμενους να ανακατέψουν την κτυπημένη κρέμα στη μους σοκολάτας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store