self-motivated
Pronunciation
/ˈsɛlfˈmoʊtɪveɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "self-motivated"στα αγγλικά

self-motivated
01

αυτοκινητοποιημένος, με αυτοκίνητη κίνηση

making efforts and able to work hard without needing to be forced
self-motivated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-motivated
συγκριτικός βαθμός
more self-motivated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The entrepreneur 's self-motivated determination drove her to launch her own business despite initial challenges.
Η αυτοκινητοποιημένη αποφασιστικότητα της επιχειρηματίας την ώθησε να ξεκινήσει τη δική της επιχείρηση παρά τις αρχικές δυσκολίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store