self-loathing
self
sɛlf
self
loa
ləʊ
lew
thing
ðɪng
dhing

Ορισμός και σημασία του "self-loathing"στα αγγλικά

01

αυτομίση, αυτοαποστροφή

an intense feeling of hatred or disgust toward oneself 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
self-loathings
Παραδείγματα
He struggled with self-loathing after the mistake. 

Αγωνίστηκε με αυτομίσηση μετά το λάθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store