self-interest
self
sɛlf
σελφ
in
ɪn
ιν
terest
trəst
τραστ
/sˈɛlfˈɪntɹəst/

Ορισμός και σημασία του "self-interest"στα αγγλικά

01

προσωπικό συμφέρον, εγωισμός

actions taken for one’s own benefit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They argued that cooperation served both moral values and self-interest.
Υποστήριξαν ότι η συνεργασία εξυπηρετούσε τόσο τις ηθικές αξίες όσο και το προσωπικό συμφέρον.
02

προσωπικό συμφέρον, εγωισμός

a focus on personal gain without concern for others
Παραδείγματα
She accused them of making decisions based on self-interest, not fairness.
Τους κατηγόρησε ότι παίρνουν αποφάσεις με βάση το προσωπικό τους συμφέρον, και όχι τη δικαιοσύνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store