Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-interest
01
προσωπικό συμφέρον, εγωισμός
actions taken for one’s own benefit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Supporting the proposal was in his self-interest.
Η υποστήριξη της πρότασης ήταν στο προσωπικό του συμφέρον.
02
προσωπικό συμφέρον, εγωισμός
a focus on personal gain without concern for others
Παραδείγματα
His self-interest led him to take credit for the team's work.
Το προσωπικό του συμφέρον τον οδήγησε να πάρει την πίστωση για τη δουλειά της ομάδας.
LanGeek



























