Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-made
01
αυτοδημιούργητος, self-made
becoming rich and successful as a result of one's own efforts and not by other's help
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-made
συγκριτικός βαθμός
more self-made
διαβαθμίσιμο
02
αυτοδίδακτος, χειροποίητος
created by someone without any help from others
Παραδείγματα
A self-made vase will give any interior a touch of originality.
Ένα χειροποίητο βάζο θα δώσει σε κάθε εσωτερικό χώρο μια αφή πρωτότυπου.



























