self-made
Pronunciation
/sˈɛlfmˈeɪd/

Ορισμός και σημασία του "self-made"στα αγγλικά

01

αυτοδημιούργητος, self-made

becoming rich and successful as a result of one's own efforts and not by other's help
self-made definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-made
συγκριτικός βαθμός
more self-made
διαβαθμίσιμο
02

αυτοδίδακτος, χειροποίητος

created by someone without any help from others
Παραδείγματα
The artist displayed her self-made sculptures at the gallery.
Η καλλιτέχνιδα παρουσίασε τις αυτοσχέδιες γλυπτικές της δημιουργίες στην γκαλερί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store