self-pity
self
sɛlf
self
pi
pi
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "self-pity"στα αγγλικά

01

αυτολύπηση, λύπηση για τον εαυτό

a feeling of sorrow or pity for oneself, often due to perceived misfortune, leading to a sense of helplessness or victimhood 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She wallowed in self-pity after the breakup, unable to move on. 

Βυθίστηκε στην αυτολύπηση μετά το χωρισμό, ανίκανη να προχωρήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store