self-pity
Pronunciation
/sˈɛlfpˈɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "self-pity"στα αγγλικά

01

αυτολύπηση, λύπηση για τον εαυτό

a feeling of sorrow or pity for oneself, often due to perceived misfortune, leading to a sense of helplessness or victimhood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Instead of overcoming his challenges, he gave in to self-pity.
Αντί να ξεπεράσει τις προκλήσεις του, υπέκυψε στην αυτολύπηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store