Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-preservation
01
αυτοσυντήρηση, διατήρηση του εαυτού
the natural instinct or desire of an individual to protect oneself from harm or danger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Running from a burning building is a basic form of self-preservation.
Το να τρέχεις από ένα κτίριο που καίγεται είναι μια βασική μορφή αυτοσυντήρησης.



























