Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-preservation
01
αυτοσυντήρηση, διατήρηση του εαυτού
the natural instinct or desire of an individual to protect oneself from harm or danger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The animal's instinct for self-preservation made it flee from the predator.
Το ένστικτο αυτοσυντήρησης του ζώου το έκανε να φύγει από το θηρευτή.



























