self-propelled
Pronunciation
/sˈɛlfpɹəpˈɛld/
/sˈɛlfpɹəpˈɛld/

Ορισμός και σημασία του "self-propelled"στα αγγλικά

self-propelled
01

αυτοκινούμενος, αυτοπροωθούμενος

moved forward by its own force or momentum
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-propelled
συγκριτικός βαθμός
more self-propelled
μη διαβαθμίσιμο
02

αυτοκινούμενος, αυτοπροωθούμενος

containing within itself the means of propulsion or movement
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store