Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-propelled
01
αυτοκινούμενος, αυτοπροωθούμενος
moved forward by its own force or momentum
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-propelled
συγκριτικός βαθμός
more self-propelled
μη διαβαθμίσιμο
02
αυτοκινούμενος, αυτοπροωθούμενος
containing within itself the means of propulsion or movement



























