Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncountable
01
αμέτρητος, μη μετρήσιμος
(grammar) describing a noun that has no plural form or cannot take an indefinite article
Παραδείγματα
Uncountable nouns like " furniture " ca n't be used with an indefinite article like " a " or " an. "
Τα μη μετρήσιμα ουσιαστικά όπως "έπιπλα" δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αόριστο άρθρο όπως "a" ή "an".
Λεξικό Δέντρο
uncountable
countable
count



























