Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uncover
01
αποκαλύπτω, αποκαλύπτω
to reveal something by removing a cover or obstacle
Transitive: to uncover sth
Παραδείγματα
With a sense of anticipation, she lifted the cloth to uncover the hidden masterpiece.
Με αίσθημα προσμονής, σήκωσε το πανί για να αποκαλύψει το κρυμμένο αριστούργημα.
02
αποκαλύπτω, γυμνώνω
to remove clothing or parts of it to reveal one's body intentionally
Transitive: to uncover oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uncover
γ΄ ενικό πρόσωπο
uncovers
ενεστώτα μετοχή
uncovering
απλός αόριστος
uncovered
παθητική μετοχή
uncovered
Παραδείγματα
The model confidently uncovered herself during the photo shoot.
Το μοντέλο αποκάλυψε με σιγουριά τον εαυτό της κατά τη διάρκεια της φωτογραφικής συνεδρίας.
03
αποκαλύπτω, ανακαλύπτω
to reveal or bring to light something that was previously unknown or kept secret
Transitive: to uncover unknown or secret information
Παραδείγματα
The investigation uncovered evidence of embezzlement within the company.
Η έρευνα αποκάλυψε αποδεικτικά στοιχεία για υπεξαίρεση εντός της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
uncover
cover



























