Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncool
01
όχι κουλ, ξεπερασμένος
not fashionable, popular, or socially acceptable
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncool
συγκριτικός βαθμός
more uncool
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fashion, social, behavior
Παραδείγματα
Wearing socks with sandals is totally uncool.
Το να φοράς κάλτσες με σανδάλια είναι εντελώς άκομψο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uncool
cool



























