unconventional
un
ˌʌn
αν
con
kən
καν
ven
ˈvɛn
βεν
tio
ʃə
σα
nal
nəl
ναλ
/ʌnkənvˈɛnʃənə‍l/

Ορισμός και σημασία του "unconventional"στα αγγλικά

unconventional
01

ασυνήθιστος, μη συμβατικός

not following established customs or norms
unconventional definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unconventional
συγκριτικός βαθμός
more unconventional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The author 's unconventional storytelling technique, with non-linear plotlines and multiple narrators, intrigued readers.
Η ασυνήθιστη τεχνική αφήγησης του συγγραφέα, με μη γραμμικές πλοκές και πολλούς αφηγητές, κίνησε το ενδιαφέρον των αναγνωστών.

Λεξικό Δέντρο

unconventional
conventional
convention
convene
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store