Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncontrolled
01
ανεξέλεγκτος, αχαλίνωτος
lacking regulation, restraint, or governance, resulting in chaos, disorder, or wildness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncontrolled
συγκριτικός βαθμός
more uncontrolled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, safety, regulation
Παραδείγματα
The uncontrolled use of fireworks can pose a danger to public safety.
Η ανεξέλεγκτη χρήση πυροτεχνημάτων μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uncontrolled
controlled
control



























