Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncountable
01
αμέτρητος, μη μετρήσιμος
(grammar) describing a noun that has no plural form or cannot take an indefinite article
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
grammar, linguistics
Παραδείγματα
"Water" is an uncountable noun, so you can't say "a water" or "waters."
Αμέτρητο είναι ένα αμέτρητο ουσιαστικό, επομένως δεν μπορείτε να πείτε "ένα αμέτρητο" ή "αμέτρητα".
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uncountable
countable
count



























