uncountable
Pronunciation
/ʌnkˈaʊntəbəl/

Ορισμός και σημασία του "uncountable"στα αγγλικά

uncountable
01

αμέτρητος, μη μετρήσιμος

(grammar) describing a noun that has no plural form or cannot take an indefinite article
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Uncountable nouns like " furniture " ca n't be used with an indefinite article like " a " or " an. "
Τα μη μετρήσιμα ουσιαστικά όπως "έπιπλα" δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αόριστο άρθρο όπως "a" ή "an".

Λεξικό Δέντρο

uncountable
countable
count
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store