uncountable
uncountable
ʌnkaʊntəbl
ankawntēbl
unaccountable

Ορισμός και σημασία του "uncountable"στα αγγλικά

uncountable
01

αμέτρητος, μη μετρήσιμος

(grammar) describing a noun that has no plural form or cannot take an indefinite article 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
grammar, linguistics
Παραδείγματα
"Water" is an uncountable noun, so you can't say "a water" or "waters." 

Αμέτρητο είναι ένα αμέτρητο ουσιαστικό, επομένως δεν μπορείτε να πείτε "ένα αμέτρητο" ή "αμέτρητα".

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uncountable
countable
count
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store