Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blurry
01
θολό, ασαφές
appearing unclear or out of focus due to lacking sharpness in details
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
blurriest
συγκριτικός βαθμός
blurrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His vision became blurry as he rubbed his tired eyes.
Η όρασή του έγινε θαμπή καθώς έτριβε τα κουρασμένα του μάτια.
Λεξικό Δέντρο
blurriness
blurry
blur



























