Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blunted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blunted
συγκριτικός βαθμός
more blunted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, emotion, sensitivity
Παραδείγματα
After years of disappointment, her blunted sense of optimism made it hard for her to get excited about new opportunities.
Μετά από χρόνια απογοήτευσης, η αμβλύ αίσθηση αισιοδοξίας της έκανε δύσκολο να ενθουσιαστεί για νέες ευκαιρίες.
02
στουκωμένος, μπαφιασμένος
intoxicated or high from smoking cannabis
αργκό
Παραδείγματα
He was blunted after finishing the joint.
Ήταν φτιαγμένος αφού τελείωσε το τσιγαριλίκι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blunted
blunt



























