Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blunted
Παραδείγματα
The blunted empathy he felt after the incident caused him to struggle in connecting with others.
Η αμβλύμενη ενσυναίσθηση που ένιωσε μετά το περιστατικό τον έκανε να δυσκολευτεί να συνδεθεί με άλλους.
02
στουκωμένος, μπαφιασμένος
intoxicated or high from smoking cannabis
Παραδείγματα
We were blunted but still playing video games.
Ήμασταν στουκωμένοι αλλά παίζαμε ακόμα βιντεοπαιχνίδια.
Λεξικό Δέντρο
blunted
blunt



























