blunted
blun
ˈblʌn
blan
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "blunted"στα αγγλικά

01

αμβλύνθηκε, μειωμένη ευαισθησία

lacking sharpness in perception, awareness, or sensitivity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blunted
συγκριτικός βαθμός
more blunted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After years of disappointment, her blunted sense of optimism made it hard for her to get excited about new opportunities. 

Μετά από χρόνια απογοήτευσης, η αμβλύ αίσθηση αισιοδοξίας της έκανε δύσκολο να ενθουσιαστεί για νέες ευκαιρίες.

02

στουκωμένος, μπαφιασμένος

intoxicated or high from smoking cannabis 
αργκό
Παραδείγματα
He was blunted after finishing the joint. 

Ήταν φτιαγμένος αφού τελείωσε το τσιγαριλίκι.

Λεξικό Δέντρο

blunted
blunt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store