blunted
Pronunciation
/ˈbɫəntəd/, /ˈbɫəntɪd/

Ορισμός και σημασία του "blunted"στα αγγλικά

01

αμβλύνθηκε, μειωμένη ευαισθησία

lacking sharpness in perception, awareness, or sensitivity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blunted
συγκριτικός βαθμός
more blunted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The blunted empathy he felt after the incident caused him to struggle in connecting with others.
Η αμβλύμενη ενσυναίσθηση που ένιωσε μετά το περιστατικό τον έκανε να δυσκολευτεί να συνδεθεί με άλλους.
02

στουκωμένος, μπαφιασμένος

intoxicated or high from smoking cannabis
slang
Παραδείγματα
We were blunted but still playing video games.
Ήμασταν στουκωμένοι αλλά παίζαμε ακόμα βιντεοπαιχνίδια.

Λεξικό Δέντρο

blunted
blunt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store