Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
willingly
01
πρόθυμα, οικειοθελώς
in a manner that shows one is inclined or happy to do something
Παραδείγματα
She willingly donated a significant portion of her salary to the charity.
Εκείνη προθύμως δώρισε ένα σημαντικό μέρος του μισθού της σε φιλανθρωπία.
Λεξικό Δέντρο
unwillingly
willingly
willing
will



























