Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
willing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most willing
συγκριτικός βαθμός
more willing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was willing to listen to different perspectives before making a decision.
Ήταν πρόθυμη να ακούσει διαφορετικές απόψεις πριν πάρει μια απόφαση.
02
εκούσιος, αυθόρμητος
not done under pressure
Παραδείγματα
He delivered a willing response.
Έδωσε μια εκούσια απάντηση.
Λεξικό Δέντρο
unwilling
willingly
willingness
willing
will



























