whoosh
whoosh
wʊʃ
voosh
woosh

Ορισμός και σημασία του "whoosh"στα αγγλικά

01

σφύριγμα, θρόισμα

a soft, rushing sound, often made by something moving quickly through the air or water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whooshes
Παραδείγματα
The whoosh of the train startled everyone. 

Ο θόρυβος του τρένου τρόμαξε όλους.

to whoosh
01

εκτοξεύω, πυροβολώ

gush or squirt out 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
whoosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
whooshes
ενεστώτα μετοχή
whooshing
απλός αόριστος
whooshed
παθητική μετοχή
whooshed
02

σφυρίζω, περνώ γρήγορα

to move quickly, making a rushing or hissing sound 
Παραδείγματα
The car whooshed past me on the highway. 

Το αυτοκίνητο πέρασε με τρελή ταχύτητα δίπλα μου στην εθνική οδό.

03

σφυρίζω, θροΐζω

move with a sibilant sound 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store