Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whoosh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whooshes
Παραδείγματα
The whoosh of the train startled everyone.
Ο θόρυβος του τρένου τρόμαξε όλους.
to whoosh
01
εκτοξεύω, πυροβολώ
gush or squirt out
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
whoosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
whooshes
ενεστώτα μετοχή
whooshing
απλός αόριστος
whooshed
παθητική μετοχή
whooshed
Παραδείγματα
The car whooshed past me on the highway.
Το αυτοκίνητο πέρασε με τρελή ταχύτητα δίπλα μου στην εθνική οδό.
03
σφυρίζω, θροΐζω
move with a sibilant sound



























