whooped
whooped
hʊpt
hoopt
stoopedgroupedscooped

Ορισμός και σημασία του "whooped"στα αγγλικά

01

τέλειος, άψογος

perfect, flawless, or immaculately done 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whooped
συγκριτικός βαθμός
more whooped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her makeup was whooped; every detail was perfect. 

Το μακιγιάζ της ήταν whooped· κάθε λεπτομέρεια ήταν τέλεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store