Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
whooped
01
τέλειος, άψογος
perfect, flawless, or immaculately done
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whooped
συγκριτικός βαθμός
more whooped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The room was whooped after the makeover; everything looked flawless.
Το δωμάτιο ήταν άψογο μετά την ανακαίνιση· όλα φαίνονταν τέλεια.
Λεξικό Δέντρο
whooped
whoop



























