Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whoosh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whooshes
Παραδείγματα
She felt a whoosh of air as the elevator ascended.
Ένιωσε ένα φύσημα αέρα καθώς ο ανελκυστήρας ανέβαινε.
to whoosh
01
εκτοξεύω, πυροβολώ
gush or squirt out
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
whoosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
whooshes
ενεστώτα μετοχή
whooshing
απλός αόριστος
whooshed
παθητική μετοχή
whooshed
Παραδείγματα
The rocket whooshed into the sky, leaving a trail behind.
Ο πύραυλος βρόντηξε προς τον ουρανό, αφήνοντας ένα ίχνος πίσω του.
03
σφυρίζω, θροΐζω
move with a sibilant sound



























