whoosh
Pronunciation
/ˈhwuʃ/, /ˈwuʃ/

Ορισμός και σημασία του "whoosh"στα αγγλικά

01

σφύριγμα, θρόισμα

a soft, rushing sound, often made by something moving quickly through the air or water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whooshes
Παραδείγματα
She felt a whoosh of air as the elevator ascended.
Ένιωσε ένα φύσημα αέρα καθώς ο ανελκυστήρας ανέβαινε.
to whoosh
01

εκτοξεύω, πυροβολώ

gush or squirt out
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
whoosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
whooshes
ενεστώτα μετοχή
whooshing
απλός αόριστος
whooshed
παθητική μετοχή
whooshed
02

σφυρίζω, περνώ γρήγορα

to move quickly, making a rushing or hissing sound
Παραδείγματα
The rocket whooshed into the sky, leaving a trail behind.
Ο πύραυλος βρόντηξε προς τον ουρανό, αφήνοντας ένα ίχνος πίσω του.
03

σφυρίζω, θροΐζω

move with a sibilant sound
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store