Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-worn
Παραδείγματα
The writer struggled to avoid using well-worn tropes in her new novel.
Η συγγραφέας αγωνίστηκε να αποφύγει τη χρήση κλισέ φθαρμένων στο νέο της μυθιστόρημα.
02
φθαρμένος, ξεθωριασμένος
aged or worn out as a result of frequent use or wear
Παραδείγματα
The well-worn sneakers had holes in the soles, evidence of miles of walking.
Τα φθαρμένα παπούτσια είχαν τρύπες στις σόλες, απόδειξη των χιλιομέτρων που είχαν περπατήσει.



























