well-worn
well
wɛl
vel
worn
wɔ:n
vawn
wellborn

Ορισμός και σημασία του "well-worn"στα αγγλικά

01

κλισέ, ξεπερασμένος

cliched or unoriginal due to being used or repeated too frequently 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-worn
συγκριτικός βαθμός
more well-worn
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He gave the same well-worn excuse for being late, and no one believed him anymore. 

Έδωσε την ίδια κλισέ δικαιολογία για την καθυστέρηση, και κανείς δεν τον πίστευε πια.

02

φθαρμένος, ξεθωριασμένος

aged or worn out as a result of frequent use or wear 
Παραδείγματα
His well-worn jacket had frayed cuffs and faded fabric from years of use. 

Το φθαρμένο σακάκι του είχε κουρέλια στις μανσέτες και ξεθωριασμένο ύφασμα από χρόνια χρήσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store