cliched
cli
ˌkli
κλι
ched
ˈʃeɪd
σειντ
/kliːʃˈeɪd/
clichéd

Ορισμός και σημασία του "cliched"στα αγγλικά

01

κλισέ, βαθμός

lacking originality or freshness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clichéd
συγκριτικός βαθμός
more clichéd
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian relied on clichéd jokes that did n't resonate with the modern audience.
Ο κωμικός βασίστηκε σε κλισέ αστεία που δεν συνέδραμαν με το σύγχρονο κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store