clerking
Pronunciation
/ˈklɝkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "clerking"στα αγγλικά

01

γραμματειακή εργασία, τηρηση βιβλίων

the activity of recording business transactions
clerking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

clerking
clerk
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store