clickable
Pronunciation
/klˈɪkəbəl/

Ορισμός και σημασία του "clickable"στα αγγλικά

01

κλικ, επιλέξιμο με κλικ

capable of being easily activated or selected by clicking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clickable
συγκριτικός βαθμός
more clickable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The online advertisement features a clickable banner that directs users to the company's website.
Η διαδικτυακή διαφήμιση περιλαμβάνει ένα κλικέ banner που κατευθύνει τους χρήστες στην ιστοσελίδα της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store