Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Client
01
πελάτης, ασθενής
a person or organization that pays for the services of a company or recommendations of a professional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clients
Παραδείγματα
As a lawyer, she always puts her clients' needs and interests first.
Ως δικηγόρος, βάζει πάντα πρώτα τις ανάγκες και τα συμφέροντα των πελατών της.
02
πελάτης, εντολέας
a person who seeks the advice of a lawyer
03
πελάτης, υπολογιστής πελάτης
(computer science) any computer that is hooked up to a computer network
Λεξικό Δέντρο
clientage
client



























