Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
welcome
01
Καλώς ήρθατε, Καλωσόρισμα
a word that we use to greet someone when they arrive
Παραδείγματα
Welcome, Come on in and make yourself at home.
Καλώς ήρθατε, ελάτε μέσα και νιώστε σαν το σπίτι σας.
to welcome
01
καλωσορίζω, υποδέχομαι
to meet and greet someone who has just arrived
Transitive: to welcome sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
welcome
γ΄ ενικό πρόσωπο
welcomes
ενεστώτα μετοχή
welcoming
απλός αόριστος
welcomed
παθητική μετοχή
welcomed
Παραδείγματα
He welcomed his friend at the train station who was visiting from another city.
Υποδέχτηκε τον φίλο του στο σταθμό του τρένου που επισκεπτόταν από άλλη πόλη.
02
καλωσορίζω, χαιρετίζω
to respond positively or with joy to an event, development, or change
Transitive: to welcome an event or development
Παραδείγματα
The news of the promotion was welcomed by the team with cheers and applause.
Η είδηση της προαγωγής καλωσορίστηκε από την ομάδα με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα.
welcome
01
ευπρόσδεκτος, ευχάριστος
having a pleasing or agreeable nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most welcome
συγκριτικός βαθμός
more welcome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new policy received a very welcome response from employees.
Η νέα πολιτική έλαβε μια πολύ καλοδεχούμενη απάντηση από τους εργαζόμενους.
Welcome
01
υποδοχή, αποδοχή
the way that an idea, opinion, or a point of view is received or approved by people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
καλωσόρισμα, υποδοχή
the state of being welcome
03
καλωσόρισμα, υποδοχή
a greeting or reception



























