welcome
wel
ˈwɛl
vel
come
kəm
kēm

Ορισμός και σημασία του "welcome"στα αγγλικά

01

Καλώς ήρθατε, Καλωσόρισμα

a word that we use to greet someone when they arrive 
welcome definition and meaning
Παραδείγματα
Welcome, Come on in and make yourself at home. 

Καλώς ήρθατε, ελάτε μέσα και νιώστε σαν το σπίτι σας.

to welcome
01

καλωσορίζω, υποδέχομαι

to meet and greet someone who has just arrived 
Transitive: to welcome sb
to welcome definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
welcome
γ΄ ενικό πρόσωπο
welcomes
ενεστώτα μετοχή
welcoming
απλός αόριστος
welcomed
παθητική μετοχή
welcomed
Παραδείγματα
He welcomed his friend at the train station who was visiting from another city. 

Υποδέχτηκε τον φίλο του στο σταθμό του τρένου που επισκεπτόταν από άλλη πόλη.

02

καλωσορίζω, χαιρετίζω

to respond positively or with joy to an event, development, or change 
Transitive: to welcome an event or development
Παραδείγματα
The news of the promotion was welcomed by the team with cheers and applause. 

Η είδηση της προαγωγής καλωσορίστηκε από την ομάδα με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα.

01

ευπρόσδεκτος, ευχάριστος

having a pleasing or agreeable nature 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most welcome
συγκριτικός βαθμός
more welcome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new policy received a very welcome response from employees. 

Η νέα πολιτική έλαβε μια πολύ καλοδεχούμενη απάντηση από τους εργαζόμενους.

01

υποδοχή, αποδοχή

the way that an idea, opinion, or a point of view is received or approved by people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

καλωσόρισμα, υποδοχή

the state of being welcome 
03

καλωσόρισμα, υποδοχή

a greeting or reception 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store