weightless
weight
ˈweɪt
veit
less
ləs
lēs
weightiness

Ορισμός και σημασία του "weightless"στα αγγλικά

weightless
01

άβαρης, σε κατάσταση έλλειψης βαρύτητας

having or seeming to have no or little weight, caused by the absence of gravity 
weightless definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weightless
συγκριτικός βαθμός
more weightless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physics, space, perception
Παραδείγματα
Objects inside the spacecraft become weightless once it reaches orbit around the Earth. 

Τα αντικείμενα μέσα στο διαστημόπλοιο γίνονται άβαρη μόλις φτάσει σε τροχιά γύρω από τη Γη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

weightlessness
weightless
weight
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store