Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weighting
01
σταθμίζοντας, εκχώρηση βάρους
the process of assigning relative importance or value to different factors or components in a calculation, assessment, or decision-making process
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The committee discussed adjusting the weighting of criteria in the selection process to better reflect the organization's priorities.
Η επιτροπή συζήτησε την προσαρμογή της σταθμίσεως των κριτηρίων στη διαδικασία επιλογής για να αντανακλά καλύτερα τις προτεραιότητες του οργανισμού.
Λεξικό Δέντρο
weighting
weight



























