Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weighting
01
σταθμίζοντας, εκχώρηση βάρους
the process of assigning relative importance or value to different factors or components in a calculation, assessment, or decision-making process
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The weighting of grades in the final assessment favored performance on the final exam over class participation.
Η σταθμίση των βαθμών στην τελική αξιολόγηση ευνόησε την απόδοση στην τελική εξέταση έναντι της συμμετοχής στην τάξη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
weighting
weight



























