Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weighted
01
φορτωμένος, βαρυστομαχιάρης
made heavy or weighted down with weariness
02
σταθμισμένος, προσαρμοσμένος
adjusting values or proportions to give more importance to certain factors relative to others
Παραδείγματα
The weighted GPA takes into account the difficulty of courses by assigning higher values to grades earned in honors or advanced placement classes.
Ο σταθμισμένος GPA λαμβάνει υπόψη τη δυσκολία των μαθημάτων αναθέτοντας υψηλότερες τιμές στους βαθμούς που αποκτώνται σε τάξεις τιμής ή προχωρημένης τοποθέτησης.
Λεξικό Δέντρο
weighted
weight



























