weighted
weigh
ˈweɪ
vei
ted
tɪd
tid
outdatedunabateddeflatedunstated

Ορισμός και σημασία του "weighted"στα αγγλικά

01

φορτωμένος, βαρυστομαχιάρης

made heavy or weighted down with weariness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weighted
συγκριτικός βαθμός
more weighted
διαβαθμίσιμο
02

σταθμισμένος, προσαρμοσμένος

adjusting values or proportions to give more importance to certain factors relative to others 
Παραδείγματα
In the weighted grading system, final exam scores are given greater importance than homework assignments to reflect their higher value in determining the overall grade. 

Στο σταθμισμένο σύστημα βαθμολόγησης, οι βαθμοί των τελικών εξετάσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις εργασίες για να αντικατοπτρίζουν την υψηλότερη αξία τους στον καθορισμό του συνολικού βαθμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store