Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vital
01
ζωτικός, απαραίτητος
absolutely necessary and of great importance
Παραδείγματα
Education is vital for personal and societal development.
Η εκπαίδευση είναι ζωτικής σημασίας για την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη.
02
δυναμικός, ενεργητικός
bursting with life and energy
Παραδείγματα
The vital, upbeat music made everyone want to dance.
Η ζωηρή, χαρούμενη μουσική έκανε όλους να θέλουν να χορέψουν.
03
ζωτικός, ουσιώδης
crucial for the body's function or survival
Παραδείγματα
Without vital organs functioning properly, survival is not possible.
Χωρίς τα ζωτικά όργανα να λειτουργούν σωστά, η επιβίωση δεν είναι δυνατή.
Vital
01
ζωτικά όργανα, ζωτικά σημεία
the essential components or organs necessary for life or survival
Παραδείγματα
The injury near his vitals made the situation more urgent.
Ο τραυματισμός κοντά στα ζωτικά όργανά του έκανε την κατάσταση πιο επείγουσα.
Λεξικό Δέντρο
nonvital
vitality
vitalize
vital
vit



























