Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visually
01
οπτικά
in a way that has to do with looking at things or using one's eyes
Παραδείγματα
The teacher presented the information visually, using charts and diagrams.
Ο δάσκαλος παρουσίασε τις πληροφορίες οπτικά, χρησιμοποιώντας γραφήματα και διαγράμματα.
02
οπτικά, με οπτικό τρόπο
in a way that is related to seeing, sight, or appearance
Παραδείγματα
The photographer captures moments visually, conveying emotions through images.
Ο φωτογράφος καταγράφει στιγμές οπτικά, μεταδίδοντας συναισθήματα μέσω εικόνων.
Λεξικό Δέντρο
visually
visual
vision



























